Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η φτέρη οι φτέρες
      γενική της φτέρης των φτερών
    αιτιατική τη φτέρη τις φτέρες
     κλητική φτέρη φτέρες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φτέρη αρχαία ελληνική πτέρις

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φτέρη θηλυκό

H Μαρκέλλα έχει στον κήπο της εντυπωσιακές φτέρες.

Ομώνυμα / ΟμόηχαΕπεξεργασία

  • φτερών: η γενική πληθυντικού ίδια με του φτερού

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία