Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

υπεραιωνόβιος < υπερ- + αιωνόβιος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

υπεραιωνόβιος -α -ο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία