Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο υπέρμετρος η υπέρμετρη το υπέρμετρο
      γενική του υπέρμετρου της υπέρμετρης του υπέρμετρου
    αιτιατική τον υπέρμετρο την υπέρμετρη το υπέρμετρο
     κλητική υπέρμετρε υπέρμετρη υπέρμετρο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι υπέρμετροι οι υπέρμετρες τα υπέρμετρα
      γενική των υπέρμετρων των υπέρμετρων των υπέρμετρων
    αιτιατική τους υπέρμετρους τις υπέρμετρες τα υπέρμετρα
     κλητική υπέρμετροι υπέρμετρες υπέρμετρα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

υπέρμετρος < λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

υπέρμετρος, -η, -ο

  1. που υπερβαίνει το μέτρο, ο υπερβολικός
    αυτό που τον έφαγε ήταν ο υπέρμετρος εγωισμός του

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία