Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το υδρόπτερο τα υδρόπτερα
      γενική του υδροπτέρου
& υδρόπτερου
των υδροπτέρων
& υδρόπτερων
    αιτιατική το υδρόπτερο τα υδρόπτερα
     κλητική υδρόπτερο υδρόπτερα
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

υδρόπτερο < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

υδρόπτερο ουδέτερο

  1. επιβατικό πλοίο με δύο πτερύγια που το ανυψώνουν ώστε να έχει λιγότερη επαφή με τα νερά κι έτσι να αναπτύσσει μεγαλύτερη ταχύτητα από άλλα σκάφη παρόμοιου μεγέθους

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία