Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

υδροφόιλ < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

υδροφόιλ ουδέτερο άκλιτο

  1. το υδρόπτερο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία