Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός
ονομαστική υδροκεφαλικός υδροκεφαλική υδροκεφαλικό
γενική υδροκεφαλικού υδροκεφαλικής υδροκεφαλικού
αιτιατική υδροκεφαλικό υδροκεφαλική υδροκεφαλικό
κλητική υδροκεφαλικέ υδροκεφαλική υδροκεφαλικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική υδροκεφαλικοί υδροκεφαλικές υδροκεφαλικά
γενική υδροκεφαλικών υδροκεφαλικών υδροκεφαλικών
αιτιατική υδροκεφαλικούς υδροκεφαλικές υδροκεφαλικά
κλητική υδροκεφαλικοί υδροκεφαλικές υδροκεφαλικά


  Ετυμολογία Επεξεργασία

υδροκεφαλικός < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

υδροκεφαλικός, -ή, -ό

  1. σχετικός με την υδροκεφαλία

  Ουσιαστικό=Επεξεργασία

υδροκεφαλικός αρσενικό (θηλυκό υδροκεφαλική)

  1. ασθενής που πάσχει από υδροκεφαλία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία