Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο τρύγος οι τρύγοι
      γενική του τρύγου των τρύγων
    αιτιατική τον τρύγο τους τρύγους
     κλητική τρύγε τρύγοι
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τρύγος < ελληνιστική τρύγος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τρύγος αρσενικό

  1. (γενικότερα) η συγκομιδή των σταφυλιών από το αμπέλι
  2. (ειδικότερα) η συλλογή μελιού ή κερύθρας από κυψέλη
  3. (σπάνιο) η συγκομιδή φρούτων γενικά

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • θέρος, τρύγος, πόλεμος: λέγεται όταν απαιτείται μεγάλη και συλλογική προσπάθεια για κάτι

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τρύγος < τρύγη

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τρύγος ουδέτερο

  1. τρύγος

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία