Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τριακοσιοστός < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

τριακοσιοστός, -ή, -ό

  1. που αντιστοιχεί στη θέση υπ' αριθμόν τριακόσια (300)
  2. ο ένας από τους τριακόσιους ίσους όρους ενός συνόλου


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία