Ελληνικά (el) Επεξεργασία


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο τοκιστής οι τοκιστές
      γενική του τοκιστή των τοκιστών
    αιτιατική τον τοκιστή τους τοκιστές
     κλητική τοκιστή τοκιστές
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τοκιστής < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τοκιστής αρσενικό

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία