Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το τετραφάρμακο τα τετραφάρμακα
      γενική του τετραφαρμάκου των τετραφαρμάκων
    αιτιατική το τετραφάρμακο τα τετραφάρμακα
     κλητική τετραφάρμακο τετραφάρμακα
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τετραφάρμακο < τετρα- + φάρμακο, ουσιαστικοποιημένο του τετραφάρμακος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τετραφάρμακο ουδέτερο, (λόγιο) τετραφάρμακον

  1. παλαιό είδος έμπλαστρου που παρασκευαζόταν από κερί, στέαρ, πίσσα και ρητίνη

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία