Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός
ονομαστική τετραφάρμακος τετραφάρμακη τετραφάρμακο
γενική τετραφάρμακου τετραφάρμακης τετραφάρμακου
αιτιατική τετραφάρμακο τετραφάρμακη τετραφάρμακο
κλητική τετραφάρμακε τετραφάρμακη τετραφάρμακο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική τετραφάρμακοι τετραφάρμακες τετραφάρμακα
γενική τετραφάρμακων τετραφάρμακων τετραφάρμακων
αιτιατική τετραφάρμακους τετραφάρμακες τετραφάρμακα
κλητική τετραφάρμακοι τετραφάρμακες τετραφάρμακα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τετραφάρμακος < τετρα- + φάρμακο

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

τετραφάρμακος, -ος/-η, -ον/-ο, το θηλυκό και ουδέτερο φέρονται ουσιαστικοποιημένα ως είδος έμπλαστρου

  1. αυτός που παρασκευάζεται από τέσσερα φάρμακα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία