Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η τετραλογία οι τετραλογίες
      γενική της τετραλογίας των τετραλογιών
    αιτιατική την τετραλογία τις τετραλογίες
     κλητική τετραλογία τετραλογίες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τετραλογία < τετρα- + -λογία
για το σύγχρονο όρο < (σημασιολογικό δάνειο) γερμανική Tetralogie[1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /tε.tɾa.lɔˈʝi.a/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τετραλογία θηλυκό

  1. στην αρχαία Αθήνα, σύνολο από τρεις τραγωδίες και ένα σατυρικό δράμα τα οποία παρουσίαζαν στις γιορτές προς τιμήν του Διονύσου
  2. σύνολο καλλιτεχνικών δημιουργιών (λογοτεχνικών, μουσικών, κινηματογραφικών) που μπορούν να προσεγγιστούν είτε ως ενιαίο έργο, είτε ως τέσσερα διακριτά έργα

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία