Γερμανικά (de) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική der Nibelung die Nibelungen
γενική des Nibelungen der Nibelungen
δοτική dem Nibelungen den Nibelungen
αιτιατική den Nibelungen die Nibelungen

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈniːbəlʊŋ/

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Nibelung (de) αρσενικό

  1. (ιστορία, μυθολογία) βασιλικός οίκος της Βουργουνδίας στις γερμανικές επικές αφηγήσεις (γερμανική σάγκα)
  2. (μυθολογία) ο Νίμπελουνγκ, μορφή νάνου των γερμανικών μεσαιωνικών θρύλων και της ηρωικής ποίησης, αλλά και όλη η γενιά αυτών των νάνων (οι Νίμπελουνγκ)

Άλλες γραφέςΕπεξεργασία

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία