Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική τελεσιουργός τελεσιουργός τελεσιουργόν τελεσιουργοί τελεσιουργοί τελεσιουργά
Γενική τελεσιουργοῦ τελεσιουργοῦ τελεσιουργοῦ τελεσιουργῶν τελεσιουργῶν τελεσιουργῶν
Δοτική τελεσιουργῷ τελεσιουργῷ τελεσιουργῷ τελεσιουργοῖς τελεσιουργοῖς τελεσιουργοῖς
Αιτιατική τελεσιουργόν τελεσιουργόν τελεσιουργόν τελεσιουργούς τελεσιουργούς τελεσιουργά
Κλητική τελεσιουργέ τελεσιουργέ τελεσιουργόν τελεσιουργοί τελεσιουργοί τελεσιουργά
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική τελεσιουργώ τελεσιουργώ
Γενική-Δοτική τελεσιουργοῖν τελεσιουργοῖν

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τελεσιουργός < τέλεσις + ἔργον

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

τελεσιουργός, -ός, -όν

  1. τελεσφόρος, αποτελεσματικός
  2. που επιτυγχάνει την τελειότητα, την τελείωση