Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σύνοψη < αρχαία ελληνική σύνοψις

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σύνοψη θηλυκό

  1. Σύντομη μορφή ενός κειμένου ή συγγράματος.

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία