Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική συρμένος συρμένη συρμένο
γενική συρμένου συρμένης συρμένου
αιτιατική συρμένο συρμένη συρμένο
κλητική συρμένε συρμένη συρμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική συρμένοι συρμένες συρμένα
γενική συρμένων συρμένων συρμένων
αιτιατική συρμένους συρμένες συρμένα
κλητική συρμένοι συρμένες συρμένα

  ΜετοχήΕπεξεργασία

συρμένος, -η, -ο

  • μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος σύρω / σέρνω





  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία