Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο συνηχών η συνηχούσα το συνηχούν
      γενική του συνηχούντος
συνηχούντα1
της συνηχούσας
συνηχούσης*
του συνηχούντος
    αιτιατική τον συνηχούντα τη συνηχούσα το συνηχούν
     κλητική συνηχών συνηχούσα συνηχούν
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι συνηχούντες οι συνηχούσες τα συνηχούντα
      γενική των συνηχούντων των συνηχουσών των συνηχούντων
    αιτιατική τους συνηχούντες τις συνηχούσες τα συνηχούντα
     κλητική συνηχούντες συνηχούσες συνηχούντα
Οι αρχαίες καταλήξεις: -ῶν -οῦσα, -οῦν από συναίρεση -έων, -έουσα, -έον
1 νεότερος τύπος
* παλιότερος λόγιος τύπος
Κατηγορία όπως «μειοψηφών» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συνηχών < (διαχρονικό) αρχαία ελληνική συνηχῶν, μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος συνηχέω / συνηχῶ

  ΜετοχήΕπεξεργασία

συνηχών, -ούσα, -ούν

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία