Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική συνδικαλισμός συνδικαλισμοί
γενική συνδικαλισμού συνδικαλισμών
αιτιατική συνδικαλισμό συνδικαλισμούς
κλητική συνδικαλισμέ συνδικαλισμοί

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συνδικαλισμός < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

συνδικαλισμός αρσενικό

  1. η οργάνωση των εργαζομένων σε σωματεία (συνδικάτα) με σκοπό τη βελτίωση των αμοιβών τους, των συνθηκών εργασίας και ασφάλισης καθώς και το σύνολο των δραστηριοτήτων που σχετίζονται με την οργάνωση αυτή

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία