Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο συνδικαλισμός οι συνδικαλισμοί
      γενική του συνδικαλισμού των συνδικαλισμών
    αιτιατική τον συνδικαλισμό τους συνδικαλισμούς
     κλητική συνδικαλισμέ συνδικαλισμοί
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συνδικαλισμός < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

συνδικαλισμός αρσενικό

  • η οργάνωση των εργαζομένων σε σωματεία (συνδικάτα) με σκοπό τη βελτίωση των αμοιβών τους, των συνθηκών εργασίας και ασφάλισης καθώς και το σύνολο των δραστηριοτήτων που σχετίζονται με την οργάνωση αυτή

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία