Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο συζητημένος η συζητημένη το συζητημένο
      γενική του συζητημένου της συζητημένης του συζητημένου
    αιτιατική τον συζητημένο τη συζητημένη το συζητημένο
     κλητική συζητημένε συζητημένη συζητημένο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι συζητημένοι οι συζητημένες τα συζητημένα
      γενική των συζητημένων των συζητημένων των συζητημένων
    αιτιατική τους συζητημένους τις συζητημένες τα συζητημένα
     κλητική συζητημένοι συζητημένες συζητημένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συζητημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου συζητώ

  ΜετοχήΕπεξεργασία

συζητημένος, -η, -ο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία