Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

στοίχιση < στοιχίζω < στοίχος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

στοίχιση θηλυκό

  1. η τακτοποίηση ανθρώπων ή πραγμάτων σε στοίχους
  2. (τυπογραφία, επεξεργασία κειμένων σε υπολογιστές) η ευθυγράμμιση της άκρης του κειμένου παράλληλα προς το δεξί ή/και το αριστερό περιθώριο της σελίδας
    αριστερή, δεξιά, πλήρης στοίχιση

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία