Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

στοιχίζω < αρχαία ελληνική στοιχίζω < στοίχος

  ΡήμαΕπεξεργασία

στοιχίζω, παθητική φωνή στοιχίζομαι

  1. (μεταβατικό) τακτοποιώ ομοειδή πράγματα σε στοίχους, το ένα πίσω από το άλλο
    Ο λοχαγός διέταξε το λοχία να στοιχίσει τους άνδρες του.
  2. (μεταβατικό) κοστίζω, έχω μια ορισμένη αξία, τιμή
    το σπίτι αυτό του στοίχισε μια περιουσία
  3. (αμετάβατο) κοστίζω πολύ
    δυστυχώς οι διακοπές σήμερα στοιχίζουν
  4. (αμετάβατο) (στο γ΄ ενικό, μεταφορικά) προξενώ μεγάλη θλίψη, στενοχώρια
    του στοίχισε πολύ η αποτυχία του στις εξετάσεις
  5. προκαλώ την απώλεια ενός πράγματος
    ο σεισμός στοίχισε πολλές ζωές

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία