Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο σταρόχρωμος η σταρόχρωμη το σταρόχρωμο
      γενική του σταρόχρωμου της σταρόχρωμης του σταρόχρωμου
    αιτιατική τον σταρόχρωμο τη σταρόχρωμη το σταρόχρωμο
     κλητική σταρόχρωμε σταρόχρωμη σταρόχρωμο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι σταρόχρωμοι οι σταρόχρωμες τα σταρόχρωμα
      γενική των σταρόχρωμων των σταρόχρωμων των σταρόχρωμων
    αιτιατική τους σταρόχρωμους τις σταρόχρωμες τα σταρόχρωμα
     κλητική σταρόχρωμοι σταρόχρωμες σταρόχρωμα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σταρόχρωμος < στάρι + -ό- + -χρωμος

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /staˈɾo.xɾo.mos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: στα‐ρό‐χρω‐μος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

σταρόχρωμος, -η, -ο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία