Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο σιχασιάρης η σιχασιάρα το σιχασιάρικο
      γενική του σιχασιάρη της σιχασιάρας του σιχασιάρικου
    αιτιατική τον σιχασιάρη τη σιχασιάρα το σιχασιάρικο
     κλητική σιχασιάρη σιχασιάρα σιχασιάρικο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι σιχασιάρηδες οι σιχασιάρες τα σιχασιάρικα
      γενική των σιχασιάρηδων των σιχασιάρικων
    αιτιατική τους σιχασιάρηδες τις σιχασιάρες τα σιχασιάρικα
     κλητική σιχασιάρηδες σιχασιάρες σιχασιάρικα
To ουδέτερο, από τα επίθετα σε -ικος.
Το αρσενικό και το θηλυκό, και ως ουσιαστικά.
Κατηγορία όπως «ζηλιάρης» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σιχασιάρης < σιχασιά + -άρης

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

σιχασιάρης, -α, -ικο

  1. (για άνθρωπο) που εύκολα σιχαίνεται
    δεν έτρωγε από άλλο πιάτο ούτε τη σαλάτα, τόσο σιχασιάρης ήταν

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία