Δείτε επίσης: σάλος
↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο σαλός η σαλή το σαλό
      γενική του σαλού της σαλής του σαλού
    αιτιατική τον σαλό τη σαλή το σαλό
     κλητική σαλέ σαλή σαλό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι σαλοί οι σαλές τα σαλά
      γενική των σαλών των σαλών των σαλών
    αιτιατική τους σαλούς τις σαλές τα σαλά
     κλητική σαλοί σαλές σαλά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία
σαλός < λείπει η ετυμολογία

  Επίθετο

επεξεργασία

σαλός

  • που έχει σαλεμένο μυαλό
    ※  Οι σαλοί είναι συνήθως μοναχοί που κατεβαίνουν στον «κόσμο», μέσα στις πόλεις, στη «χριστιανική» κοινωνία, και κάνουν πράξεις παράλογες, ανόητες, πράξεις τρελού, οι οποίες όμως έχουν πάντοντε ένα βαθύτερο περιεχόμενο, αποβλέπουν πάντοτε στην αποκάλυψη της πραγματικότητας και αλήθειας που κρύβεται πίσω από τα προσχήματα του κόσμου τούτου. ... Οι δια Χριστόν σαλοί δεν επιλέγουν ως μορφή άσκησης αυτή τη σαλότητα, αλλά επιλέγονται από τον Θεό για κάτι τέτοιο. Το κάνουν «άθελά» τους. (Χρήστος Γιανναράς, Η ελευθερία του ήθους, Εκδόσεις Ίκαρος, 2002)

  Μεταφράσεις

επεξεργασία



→ λείπει η κλίση

  Ετυμολογία

επεξεργασία
σαλός < λείπει η ετυμολογία

  Επίθετο

επεξεργασία

σαλός