Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σάψαλο σάψαλα
γενική σάψαλου σάψαλων
αιτιατική σάψαλο σάψαλα
κλητική σάψαλο σάψαλα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σάψαλο < τουρκική şapşa

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σάψαλο ουδέτερο

  1. (οικείο), (μειωτικά) αδύναμος, χούφταλο


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία