Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική πυροκεραμικός πυροκεραμική πυροκεραμικό
γενική πυροκεραμικού πυροκεραμικής πυροκεραμικού
αιτιατική πυροκεραμικό πυροκεραμική πυροκεραμικό
κλητική πυροκεραμικέ πυροκεραμική πυροκεραμικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική πυροκεραμικοί πυροκεραμικές πυροκεραμικά
γενική πυροκεραμικών πυροκεραμικών πυροκεραμικών
αιτιατική πυροκεραμικούς πυροκεραμικές πυροκεραμικά
κλητική πυροκεραμικοί πυροκεραμικές πυροκεραμικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πυροκεραμικός < πυρ (πυρός) + κεραμικός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

πυροκεραμικός, -ή, -ό, το θηλυκό φέρεται επίσης ουσιαστικοποιημένο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία