πρωτόφαντος

Ελληνικά (el) Edit


  Ετυμολογία Edit

πρωτόφαντος < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοEdit

πρωτόφαντος

  1. πρωτοφανής, που συμβαίνει ή εμφανίζεται για πρώτη φορά

  ΜεταφράσειςEdit