Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πρωτεύω < αρχαία ελληνική πρωτεύω < πρῶτος + -εύω

  ΡήμαΕπεξεργασία

πρωτεύω αμετ. χωρίς αντικείμενο, μετ. με γεν. «πρωτεύω ρητόρων».

  1. κατατάσσομαι (αξιολογικά) στην πρώτη θέση, έρχομαι πρώτος
    Πρωτεύει στη βαθμολογία / στα διαγώνισματα / στις εξετάσεις / στα μαθήματα.
      συνώνυμα: αριστεύω, διαπρέπω, διακρίνομαι
      αντώνυμα: πατώνω, αποτυχαίνω
  2. (γ’ ενικό) πρωτεύει: προέχει, είναι ιδιαίτερα σημαντικό
    Πρωτεύει το καθήκον προς την πατρίδα.
  3. (απρόσωπο) πρωτεύει: είναι ιδιαίτερα σημαντικό
      συνώνυμα: επείγει
    Πρωτεύει να ολοκληρωθούν τα έργα

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία