Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κατατάσσομαι < παθητική φωνή του ρήματος κατατάσσω

  ΡήμαΕπεξεργασία

κατατάσσομαι, πρτ.: κατατασσόμουν, στ.μέλλ.: θα καταταχτώ, αόρ.: κατατάχτηκα, μτχ.π.π.: καταταγμένος

  1. μπαίνω, εγγράφομαι στις τάξεις του στρατού
  2. τοποθετούμαι σε μια λίστα, σε μια ομάδα, μία κατηγορία, παίρνω μια σειρά, ταξινομούμαι

  ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία