Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

επείγει < τρίτο πρόσωπο ενικού του ρήματος επείγω

  ΡήμαΕπεξεργασία

επείγει

  1. πιέζει χρονικά.
    Επείγει, πρέπει να το ολοκληρώσουμε σήμερα.


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία