Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός
ονομαστική προβοκατόρικος προβοκατόρικη προβοκατόρικο
γενική προβοκατόρικου προβοκατόρικης προβοκατόρικου
αιτιατική προβοκατόρικο προβοκατόρικη προβοκατόρικο
κλητική προβοκατόρικε προβοκατόρικη προβοκατόρικο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική προβοκατόρικοι προβοκατόρικες προβοκατόρικα
γενική προβοκατόρικων προβοκατόρικων προβοκατόρικων
αιτιατική προβοκατόρικους προβοκατόρικες προβοκατόρικα
κλητική προβοκατόρικοι προβοκατόρικες προβοκατόρικα


  Ετυμολογία Επεξεργασία

προβοκατόρικος < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

προβοκατόρικος

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία