Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

πολυνησιακός < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

πολυνησιακός, -ή, -ό

  1. σχετικός με την Πολυνησία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία