Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική πεφωτισμένος πεφωτισμένη πεφωτισμένο
γενική πεφωτισμένου πεφωτισμένης πεφωτισμένου
αιτιατική πεφωτισμένο πεφωτισμένη πεφωτισμένο
κλητική πεφωτισμένε πεφωτισμένη πεφωτισμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική πεφωτισμένοι πεφωτισμένες πεφωτισμένα
γενική πεφωτισμένων πεφωτισμένων πεφωτισμένων
αιτιατική πεφωτισμένους πεφωτισμένες πεφωτισμένα
κλητική πεφωτισμένοι πεφωτισμένες πεφωτισμένα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πεφωτισμένος < αρχαία ελληνική πεφωτισμένος

  ΜετοχήΕπεξεργασία

πεφωτισμένος (λόγιο)

  1. αυτός που έχει φωτιστεί, που λάμπει

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πεφωτισμένος < φαίνομαι

  ΜετοχήΕπεξεργασία

πεφωτισμένος αρσενικό, (θηλυκό πεφωτισμένη, ουδέτερο πεφωτισμένον)

  1. μετοχή μέσου παρακειμένου του ρήματος φαίνομαι στην ονομαστική ενικού
δείτε τη λέξη  φαίνομαι