Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο πεντάλεπτος η πεντάλεπτη το πεντάλεπτο
      γενική του πεντάλεπτου της πεντάλεπτης του πεντάλεπτου
    αιτιατική τον πεντάλεπτο την πεντάλεπτη το πεντάλεπτο
     κλητική πεντάλεπτε πεντάλεπτη πεντάλεπτο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι πεντάλεπτοι οι πεντάλεπτες τα πεντάλεπτα
      γενική των πεντάλεπτων των πεντάλεπτων των πεντάλεπτων
    αιτιατική τους πεντάλεπτους τις πεντάλεπτες τα πεντάλεπτα
     κλητική πεντάλεπτοι πεντάλεπτες πεντάλεπτα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πεντάλεπτος < πεντά- + λεπτ(ό) + -ος[1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /penˈda.le.ptos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: πε‐ντά‐λε‐πτος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

πεντάλεπτος, -η, -ο

  1. που διαρκεί πέντε λεπτά της ώρας
    πεντάλεπτο διάλειμμα
  2. που αξίζει πέντε λεπτά (σε διάφορα νομίσματα)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία