Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παυσίπονο < παυσι- + πόνος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

παυσίπονο ουδέτερο

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία