Ετυμολογία

επεξεργασία
παλαιοβαλκανικός < παλαιο- + βαλκανικός

  Προφορά

επεξεργασία
ΔΦΑ : /pa.le.o.val.ka.niˈkos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: πα‐λαι‐ο‐βαλ‐κα‐νι‐κός

  Επίθετο

επεξεργασία

παλαιοβαλκανικός, -ή, -ό

  1. σχετικός με τα Βαλκάνια σε παλαιότερη εποχή
  2. (γλωσσολογία, ανθρωπολογία) σχετικός με ινδοευρωπαϊκό γλωσσικό υπόστρωμο των Βαλκανίων, ή με φύλο
    χρειάζεται παράθεμα
↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο παλαιοβαλκανικός η παλαιοβαλκανική το παλαιοβαλκανικό
      γενική του παλαιοβαλκανικού της παλαιοβαλκανικής του παλαιοβαλκανικού
    αιτιατική τον παλαιοβαλκανικό την παλαιοβαλκανική το παλαιοβαλκανικό
     κλητική παλαιοβαλκανικέ παλαιοβαλκανική παλαιοβαλκανικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι παλαιοβαλκανικοί οι παλαιοβαλκανικές τα παλαιοβαλκανικά
      γενική των παλαιοβαλκανικών των παλαιοβαλκανικών των παλαιοβαλκανικών
    αιτιατική τους παλαιοβαλκανικούς τις παλαιοβαλκανικές τα παλαιοβαλκανικά
     κλητική παλαιοβαλκανικοί παλαιοβαλκανικές παλαιοβαλκανικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Μεταφράσεις

επεξεργασία
  • παλαιοβαλκανικός - Αναστασιάδη - Συμεωνίδη, Άννα (2003). Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής. Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη.  (συντομογραφίες)