Arrows blue.png Δείτε επίσης: Οἴαξ

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική οἴαξ οἴακε οἴακες
Γενική οἴακος οἰάκοιν οἰάκων
Δοτική οἴακι οἰάκοιν οἴαξι(ν)
Αιτιατική οἴακα οἴακε οἴακας
Κλητική οἴαξ οἴακε οἴακες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

οἴαξ < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *h₂iHseh₂

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

οἴαξ αρσενικό

  1. (ναυτικός όρος) οίακας, δοιάκι
  2. (ναυτικός όρος) πηδάλιο, τιμόνι
  3. (μεταφορικά) διοίκηση, διακυβέρνηση

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία