↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ουρικός η ουρική το ουρικό
      γενική του ουρικού της ουρικής του ουρικού
    αιτιατική τον ουρικό την ουρική το ουρικό
     κλητική ουρικέ ουρική ουρικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ουρικοί οι ουρικές τα ουρικά
      γενική των ουρικών των ουρικών των ουρικών
    αιτιατική τους ουρικούς τις ουρικές τα ουρικά
     κλητική ουρικοί ουρικές ουρικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία
ουρικός < ούρο + -ικός

  Προφορά

επεξεργασία
ΔΦΑ : /u.ɾiˈkos/

  Επίθετο

επεξεργασία

ουρικός

  Μεταφράσεις

επεξεργασία