Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική ορεινός ορεινή ορεινό
γενική ορεινού ορεινής ορεινού
αιτιατική ορεινό ορεινή ορεινό
κλητική ορεινέ ορεινή ορεινό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ορεινοί ορεινές ορεινά
γενική ορεινών ορεινών ορεινών
αιτιατική ορεινούς ορεινές ορεινά
κλητική ορεινοί ορεινές ορεινά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ορεινός < αρχαία ελληνική ὀρεινός < ὄρος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ορεινός αρσενικό (πληθυντικός ορεινοί)

  1. ο προερχόμενος από βουνό
  2. ο σχετικός με όρος, με βουνό
  3. ο βουνίσιος
  4. στην πολιτική, ονομασία βουλευτών που κάθονταν στα πίσω έδρανα (Γαλλία, Ελλάδα μέσα του 18ου αιώνα): Ορεινοί

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία