Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική οργανοληπτικός οργανοληπτική οργανοληπτικό
γενική οργανοληπτικού οργανοληπτικής οργανοληπτικού
αιτιατική οργανοληπτικό οργανοληπτική οργανοληπτικό
κλητική οργανοληπτικέ οργανοληπτική οργανοληπτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική οργανοληπτικοί οργανοληπτικές οργανοληπτικά
γενική οργανοληπτικών οργανοληπτικών οργανοληπτικών
αιτιατική οργανοληπτικούς οργανοληπτικές οργανοληπτικά
κλητική οργανοληπτικοί οργανοληπτικές οργανοληπτικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

οργανοληπτικός < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

οργανοληπτικός


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία