Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το οργανέτο τα οργανέτα
      γενική του οργανέτου των οργανέτων
    αιτιατική το οργανέτο τα οργανέτα
     κλητική οργανέτο οργανέτα
όπως «πεύκο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

οργανέτο < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

οργανέτο ουδέτερο


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία