Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ομφαλός οι ομφαλοί
      γενική του ομφαλού των ομφαλών
    αιτιατική τον ομφαλό τους ομφαλούς
     κλητική ομφαλέ ομφαλοί
όπως «αγρός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

 
ομφαλός (2)
ομφαλός < αρχαία ελληνική ὀμφαλός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

 
ομφαλός (3) απλής κλειδαριάς

ομφαλός αρσενικό

  1. σημείο που βρίσκεται στο κέντρο περίπου της κοιλιάς του εμβρύου από το οποίο ξεκινάει ο ομφάλιος λώρος
  2. (συνεκδοχικά) το χαρακτηριστικό κοίλωμα ή εξόγκωμα που μένει μετά την αποκοπή του ομφάλιου λώρου
  3. (μεταφορικά) το πιο κεντρικό σημείο ενός αντικειμένου
  4. (ειδικό) το κυρίως σώμα μερικών ειδών κλειδαριάς μέσα στο οποίο μπαίνει το κλειδί και το οποίο μπορεί να μεταφερθεί σε άλλο μηχανισμό κλειδαριάς, περίπου ίδιου τύπου

ΤαυτόσημοΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • ομφαλός της Γης:
    1. οι Δελφοί
    2. (μεταφορικά) (για περιοχή ή πόλη) το κέντρο του κόσμου, το επίκεντρο όλων

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία