Δείτε επίσης: ὁμοιούσιος, ομοιούσιος, ὁμοούσιος

Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ομοούσιος η ομοούσια το ομοούσιο
      γενική του ομοούσιου της ομοούσιας του ομοούσιου
    αιτιατική τον ομοούσιο την ομοούσια το ομοούσιο
     κλητική ομοούσιε ομοούσια ομοούσιο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ομοούσιοι οι ομοούσιες τα ομοούσια
      γενική των ομοούσιων των ομοούσιων των ομοούσιων
    αιτιατική τους ομοούσιους τις ομοούσιες τα ομοούσια
     κλητική ομοούσιοι ομοούσιες ομοούσια
ομάδα 'ωραίος', Κατηγορία όπως «θαυμάσιος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ομοούσιος < ελληνιστική κοινή ὁμοούσιος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ομοούσιος

  1. (θρησκεία) (θεολογία, για την Αγία Τριάδα) που έχει την ίδια ουσία, την ίδια φύση
  2. (το ουδέτερο ως ουσιαστικό, για τον Τριαδικό Θεό) ομοούσιο(ν): (θρησκεία) η μία και κοινή ουσία, η ταυτότητα της ουσίας
    το ομοούσιον της θεότητος και της άγιας Τριάδος το τρισυπόστατον (Κύριλλ. Κων/π. 371).

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία