Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το οικοτροφείο τα οικοτροφεία
      γενική του οικοτροφείου των οικοτροφείων
    αιτιατική το οικοτροφείο τα οικοτροφεία
     κλητική οικοτροφείο οικοτροφεία
όπως «πεύκο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

οικοτροφείο < οικότροφος + -είο / οίκ(ος) + -ο- + -τροφείο

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

οικοτροφείο ουδέτερο

  • ίδρυμα ή παράρτημα ενός οργανισμού (κυρίως ιδιωτικού σχολείου) που δέχεται οικότροφους, κυρίως μαθητές

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία