Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η οβίδα οι οβίδες
      γενική της οβίδας των οβίδων
    αιτιατική την οβίδα τις οβίδες
     κλητική οβίδα οβίδες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

οβίδα < (καθαρεύουσα) οβίς < γαλλική obus < γερμανική Haubitze < τσεχική houfnice < houf < πρωτογερμανική *haupaz < *hauppaz < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *kouHp-nó-

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɔ.ˈvi.ða/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

οβίδα θηλυκό

  1. βλήμα πυροβόλου (πχ κανονιού ή όλμου), μεγάλου διαμετρήματος σε αντίθεση με τη σφαίρα
  2. βλήμα πυροβόλου όπλου που προκαλεί έκρηξη στο μέρος όπου πέφτει

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία