Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική ξεκαρδιστικός ξεκαρδιστική ξεκαρδιστικό
γενική ξεκαρδιστικού ξεκαρδιστικής ξεκαρδιστικού
αιτιατική ξεκαρδιστικό ξεκαρδιστική ξεκαρδιστικό
κλητική ξεκαρδιστικέ ξεκαρδιστική ξεκαρδιστικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ξεκαρδιστικοί ξεκαρδιστικές ξεκαρδιστικά
γενική ξεκαρδιστικών ξεκαρδιστικών ξεκαρδιστικών
αιτιατική ξεκαρδιστικούς ξεκαρδιστικές ξεκαρδιστικά
κλητική ξεκαρδιστικοί ξεκαρδιστικές ξεκαρδιστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ξεκαρδιστικός < ξεκαρδίζω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ksɛ.kaɾ.ðis.ti.ˈkɔs/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ξεκαρδιστικός

  1. που προκαλεί μεγάλο γέλιο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία