Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ξεκαθαρισμένος η ξεκαθαρισμένη το ξεκαθαρισμένο
      γενική του ξεκαθαρισμένου της ξεκαθαρισμένης του ξεκαθαρισμένου
    αιτιατική τον ξεκαθαρισμένο την ξεκαθαρισμένη το ξεκαθαρισμένο
     κλητική ξεκαθαρισμένε ξεκαθαρισμένη ξεκαθαρισμένο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ξεκαθαρισμένοι οι ξεκαθαρισμένες τα ξεκαθαρισμένα
      γενική των ξεκαθαρισμένων των ξεκαθαρισμένων των ξεκαθαρισμένων
    αιτιατική τους ξεκαθαρισμένους τις ξεκαθαρισμένες τα ξεκαθαρισμένα
     κλητική ξεκαθαρισμένοι ξεκαθαρισμένες ξεκαθαρισμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ξεκαθαρισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ξεκαθαρίζω

  ΜετοχήΕπεξεργασία

ξεκαθαρισμένος, -η, -ο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία