Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός
ονομαστική ξασπρισμένος ξασπρισμένη ξασπρισμένο
γενική ξασπρισμένου ξασπρισμένης ξασπρισμένου
αιτιατική ξασπρισμένο ξασπρισμένη ξασπρισμένο
κλητική ξασπρισμένε ξασπρισμένη ξασπρισμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ξασπρισμένοι ξασπρισμένες ξασπρισμένα
γενική ξασπρισμένων ξασπρισμένων ξασπρισμένων
αιτιατική ξασπρισμένους ξασπρισμένες ξασπρισμένα
κλητική ξασπρισμένοι ξασπρισμένες ξασπρισμένα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ξασπρισμένος < ξασπρίζω

  ΜετοχήΕπεξεργασία

ξασπρισμένος, -η, -ο

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία