Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ νημερτής τὸ νημερτές οἱ, αἱ νημερτεῖς τὰ νημερτ
Γενική τοῦ, τῆς νημερτοῦς τοῦ νημερτοῦς τῶν νημερτῶν τῶν νημερτῶν
Δοτική τῷ, τῇ νημερτεῖ τῷ νημερτεῖ τοῖς, ταῖς νημερτέσι(ν) τοῖς νημερτέσι(ν)
Αιτιατική τὸν, τὴν νημερτ τὸ νημερτές τοὺς, τὰς νημερτεῖς τὰ νημερτ
Κλητική νημερτές νημερτές νημερτεῖς νημερτ
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική νημερτεῖ
Γενική-Δοτική νημερτοῖν

  Ετυμολογία Επεξεργασία

νημερτής < νη- + ἁμαρτάνω → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

νημερτής, -ής, -ές

  1. αλάνθαστος, αψευδής, χωρίς λάθος (→ δείτε τη λέξη ἁμάρτημα)
  2. (κατ' επέκταση) αληθινός, σωστός, που ισχύει

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία