Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική νεοπροαχθείς νεοπροαχθείσα νεοπροαχθέν
γενική νεοπροαχθέντος νεοπροαχθείσας
νεοπροαχθείσης
νεοπροαχθέντος
αιτιατική νεοπροαχθέντα νεοπροαχθείσα νεοπροαχθέν
κλητική νεοπροαχθείς νεοπροαχθείσα νεοπροαχθέν
πτώση πληθυντικός
ονομαστική νεοπροαχθέντες νεοπροαχθείσες νεοπροαχθέντα
γενική νεοπροαχθέντων νεοπροαχθεισών νεοπροαχθέντων
αιτιατική νεοπροαχθέντες νεοπροαχθείσες νεοπροαχθέντα
κλητική νεοπροαχθέντες νεοπροαχθείσες νεοπροαχθέντα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

νεοπροαχθείς < νεο- + προαχθείς (προ- + αρχαία ελληνική ἀχθείς (ἀχθεῖσα, ἀχθέν), μετοχή αορίστου του ἄγω)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

νεοπροαχθείς, -είσα, -έν

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία